Ἑρμοδάκτυλον

Ἑρμο-δάκτῠλον, τό, a plant, in two varieties,
A Colchicum luteum and autumnale, [Gal.]14.760, Alex.Trall.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἑρμοδάκτυλον — Colchicum luteum neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμοδακτύλου — Ἑρμοδάκτυλον Colchicum luteum neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • hermodátil — ► sustantivo masculino BOTÁNICA Quitameriendas, planta liliácea. * * * hermodátil (del gr. «hermodáktylon») m. *Cólquico (planta liliácea). * * * hermodátil. (Del gr. ἑρμοδάκτυλον). m. quitameriendas. U. m. en pl …   Enciclopedia Universal

  • δάκτυλος — Το δάχτυλο (βλ. λ.). (Μετρ.) Πόδας κυρίως της αρχαίας, αλλά και της νεότερης μετρικής. Ο αρχαίος δ. αποτελείται από δύο στοιχεία: τη θέση (που προηγείται) και την άρση (που ακολουθεί). Από την άποψη της ποσότητας (χρονικής διάρκειας) τα δύο αυτά… …   Dictionary of Greek

  • hermodátil — (Del gr. ἑρμοδάκτυλον). m. quitameriendas. U. m. en pl.) …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.